Γιατί Οι Γονείς Πρέπει Να Υποστηρίζονται Μεταξύ Τους - Τα 15 πράγματα που πρέπει να γνωρίζετε

Μπορεί να μην το πιστεύεις αλλά ξέρω πώς αισθάνεσαι. Τον τρόπο που κοιτάνε τα μάτια σου τον είδα προηγουμένως σε δεκάδες άλλα ζευγάρια μάτια. Τ’ αναγνωρίζω πια εύκολα αυτά τα βλέμματα. Μπορεί να μοιάζουν φοβισμένα μα εγώ ξέρω πως είναι πονεμένα αλλά και γενναία. Ακόμη και να μην τον ξέρω, τον φαντάζομαι τον μακρύ δρόμο που βάδισες μέχρι να συνειδητοποιήσεις τόσα ώστε να φτάσεις να πεις: Τέρμα, δε μπορώ εγώ να ζω έτσι .

Πιο συγκεκριμένα μιλάω για την απόφαση κάποιων ανθρώπων να διακόψουν την επικοινωνία με την οικογένεια τους. Τι γίνεται λοιπόν μ’ αυτό το ζήτημα; Συμβαίνει συχνά; Για ποιους λόγους συμβαίνει; Θα μπορούσε ν’ αποφευχθεί; Τι σημαίνει αυτό για τα παιδιά και τι για τους γονείς;

Και όχι, δεν αναφέρομαι στην έλλειψη συνεννόησης που λίγο-πολύ μπορεί να εμφανιστεί σε οποιαδήποτε σχέση, πόσο μάλλον σε μια σχέση γονέα-παιδιού. Μιλάω για την πραγματική, κυριολεκτική διακοπή επικοινωνίας ανάμεσα σε κάποιους ενήλικες και τους γονείς τους.

Καθ’ όλη την εξελικτική πορεία από την βρεφική ηλικία μέχρι και την ενήλικη ζωή, οι δίδυμοι βιώνουν μια εσωτερική σύγκρουση. Κυμαίνονται ανάμεσα σε δύο πόλους, την μεγάλη ανάγκη εξάρτησης και συμβίωσης και ταυτόχρονα την ανάγκη διαφοροποίησης και αυτονομίας. Είναι δύσκολο να ισορροπήσουν την επιθυμία διατήρησης ενός μοναδικού δεσμού μεταξύ τους αλλά επίσης να διαμορφώσουν ο καθένας τη δική του ατομική ταυτότητα.

Άλλοτε οι γονείς μοιράζουν τα καθήκοντα και κατά κάποιο τρόπο αναλαμβάνει ο καθένας την ευθύνη ενός παιδιού. Σ’ αυτή την περίπτωση, κάθε παιδί έχει διαφορετικό αντικείμενο προσκόλλησης (ο ισχυρός συναισθηματικός δεσμός που αναπτύσσει το παιδί προς το κύριο πρόσωπο που το φροντίζει) . Το ένα παιδί έχει σαν αντικείμενο προσκόλλησης την μητέρα ενώ για το άλλο ο πατέρας παίζει το ρόλο του μητρικού υποκατάστατου.

Η απουσία της δυαδικής σχέσης, με την έννοια ότι εγκαθιδρύεται μια τριαδική σχέση ανάμεσα στα παιδιά και τη μητέρα λόγω της συνεχούς παρουσίας δύο παιδιών, μπορεί να εμποδίσει κάποιες εξελικτικές φάσεις. Η μητέρα, προσπαθώντας να φέρει σε πέρας το ρόλο της, προσπαθεί να ξαναδημιουργήσει τη δυαδική σχέση παρέχοντας αφιερώνοντας χρόνο ξεχωριστά στα δύο παιδιά.

Εφόσον το όνομα που θα δοθεί κατά τη βάπτιση είναι το ίδιο με εκείνο της ονοματοδοσίας, δεν προκύπτει κανένα πρόβλημα. Αν, όμως, το όνομα είναι διαφορετικό από εκείνο της ονοματοδοσίας , το δόγμα εξακολουθεί να ισχύει, αλλά το όνομα παραμένει το ίδιο! Για να αλλάξει το όνομα του παιδιού και να κρατήσει το «βαπτιστικό», οι γονείς οφείλουν να κάνουν από κοινού δήλωση στο Πρωτοδικείο, προκειμένου να γίνει η προσθήκη.

Συχνά οι δύο αυτές έννοιες συγχέονται μεταξύ τους κι αυτό γιατί συνήθως δηλώνονται ή καταγράφονται ταυτόχρονα . Παρόλα αυτά, η βάπτιση και η ονοματοδοσία είναι δύο έννοιες ολότελα ανεξάρτητες και διαφορετικές. Συνοπτικά, με την ονοματοδοσία το παιδί αποκτά όνομα νομικά αναγνωρισμένο, ενώ με τη βάπτιση αναγνωρίζεται το επίσημο θρήσκευμα του.

Ταυτόχρονα, νιώθουν θυμωμένοι με τους γονείς τους που δημιούργησαν μέσα τους αυτά τα αρνητικά συναισθήματα για κάτι που δεν τους ζήτησαν ποτέ – όπως το να είναι μαζί εξαιτίας τους. Μεγαλώνοντας, ενώ θα τα ακούσουμε να λένε στους γονείς τους να χωρίσουν εάν δεν είναι καλά μαζί, μέσα τους θα υποφέρουν από αόρατους φόβους μην γίνει αυτό, γιατί νιώθουν ακόμα την ευθύνη για την γονεϊκή σχέση και εάν χωρίσουν, αυτή η αποτυχία θα οφείλεται πάλι σε αυτούς.

Μέσα τους, αναζητάνε να συνδεθούν διαφορετικά με τους γονείς τους, να πετάξουν από πάνω τους το βάρος της ευθύνης της αποτυχημένης γονεϊκής σχέσης, αλλά θέλοντας να παραμείνουν πιστοί στους γονείς μένουν σε αυτήν την θέση γιατί πιστεύουν ότι τους το οφείλουν και πρέπει να τους στηρίζουν με τον τρόπο αυτό μέχρι τον θάνατο τους. Πιστεύουν ότι δεν έχουν άλλη επιλογή παρά να θυσιάζονται.

Ως ενήλικες, είναι εκείνα τα άτομα με αγχώδεις διαταραχές που δουλεύουν σκληρά, αναλαμβάνουν πολλές ευθύνες, υποτιμούν τον εαυτό τους γιατί νιώθουν πάντα λάθος και ποτέ αρκετοί, βιώνουν συνέχεια ενοχές και υποσυνείδητα θεωρούν ότι τους αξίζει η τιμωρία γιατί «χαντάκωσαν» δυο ανθρώπους, τους πιο αγαπημένους τους ανθρώπους…

Από την ανάλυση του βιντεοσκοπημένου υλικού διαπιστώθηκε ότι όταν οι γονείς διάβαζαν από τάμπλετ, ήταν 3,3 φορές πιθανότερο τα παιδιά να κάθονται με έναν τρόπο σαν να διαβάζουν μόνα τους συγκριτικά με την περίπτωση που οι γονείς τους διάβαζαν από έντυπο βιβλίο. Ήταν επίσης πιο πιθανό τα παιδιά να επιδιώξουν να χρησιμοποιήσουν το τάμπλετ μόνα τους απομακρύνοντας τα χέρια των γονιών τους σε σχέση με τα βιβλία.

Η δρ Τίφανι Μούζνερ, αναπτυξιακή και συμπεριφορική παιδίατρος του Παιδιατρικού Νοσοκομείου στο Ανν Άρμπορ του Μίσιγκαν και του αντίστοιχου Πανεπιστημίου, επιχείρησε να εξηγήσει τα αποτελέσματα της μελέτης, λέγοντας πως ενδέχεται ο τρόπος με τον οποίο τα τάμπλετ είναι σχεδιασμένα να εξηγεί γιατί η χρήση αυτών στη θέση των βιβλίων πλήττει το δεσμό παιδιού – γονέα.

Η παρούσα μελέτη που δημοσιεύτηκε στην επιστημονική επιθεώρηση «JAMA Pediatrics» έδειξε πως τα τελευταία χρόνια οι γονείς όλο και περισσότερο διαβάζουν στα παιδιά τους από τάμπλετ αντί για βιβλία.

Μία γενική διαπίστωση είναι, ότι η μετάβαση των παιδιών τους σε νέα σχολική βαθμίδα συνιστά για τους γονείς μία αγχωτική διαδικασία. Όταν, όμως, το άγχος τους φτάνει να γίνεται πανικός, ή όταν μετατοπίζεται στο παιδί, αλλά και όταν υπάρχουν βάσιμες ενδείξεις στη συμπεριφορά του μαθητή, που να δικαιολογούν την ανησυχία, εκεί χρειάζεται παρέμβαση, είναι οι γονείς, που πρέπει πρώτα να αναζητήσουν βοήθεια.


Δημοσίευση: 23/11/2019


. .