Όπως η ίδια εξηγεί, καθοριστική είναι η ηλικία 2,5-4 ετών, η λεγόμενη «πρώτη εφηβεία». Σε αυτήν την ηλικία τα παιδιά είναι πολύ απαιτητικά και πρέπει να μάθουν οι γονείς να τα χειρίζονται. Εάν δεν το καταφέρουν, τα παιδιά μαθαίνουν να διαχειρίζονται την κατάσταση με πείσμα, φωνές και κλάματα, να δημιουργείται ένας πανικός μέσα στο σπίτι και να ικανοποιούνται από αυτό το μοτίβο, ακόμη και αν τελικά δεν γίνει το… χατίρι τους.

Οι απειλές του τύπου «αν δεν κάνεις αυτό που σου λέω δεν θα βγεις έξω», ως παγιωμένη μέθοδος διαπαιδαγώγησης, δεν έχουν κανένα νόημα, καθώς έτσι δεν υπάρχει ουσιαστικό αποτέλεσμα. Τα παιδιά υπακούουν για να κερδίσουν αυτό που τους «έταξαν» οι γονείς τους ή να αποφύγουν αυτό για το οποίο τα απείλησαν, χωρίς να κατανοούν τους πραγματικούς λόγους για τους οποίους πρέπει ή δεν πρέπει να το κάνουν.

Οι ειδικοί έχουν καταστήσει σαφές ότι η βία δεν έχει καμία θέση στην διαπαιδαγώγηση των παιδιών και μόνο αρνητικά αποτελέσματα μπορεί να φέρει. Είναι τεκμηριωμένο πλέον ότι το ξύλο δεν βγήκε από τον παράδεισο και ότι ένα παιδί που δέχεται βία προκειμένου να πειθαρχήσει, θα καταφεύγει στην ίδια μέθοδο κάθε φορά που κάτι το θυμώνει και δεν μπορεί να το διαχειριστεί εύκολα.

Αρκετοί ίσως ισχυριστούν ότι οι λιγότερο παρεμβατικοί γονείς είναι οι γονείς που αδιαφορούν για τα παιδιά τους. Στην πραγματικότητα, όμως, ισχύει το ακριβώς αντίθετο: είναι οι γονείς που νοιάζονται για το μέλλον των παιδιών τους και που θέλουν να μεγαλώσουν ενήλικες που στηρίζονται στα πόδια τους και που ακολουθούν τα όνειρά τους, όχι τα όνειρα των γονιών τους!

Από την άλλη, το λιγότερο παρεμβατικό μοντέλο διαπαιδαγώγησης μπορεί ν’ αποδειχθεί εξαιρετικά επικερδές τόσο για τα παιδιά μας όσο και για εμάς, γιατί έτσι μπορούμε να χαρούμε το μεγάλωμά τους και να τα καμαρώσουμε να παίρνουν πρωτοβουλίες και να ζήσουν τη ζωή τους όπως θέλουν εκείνα και όχι όπως τους λέμε εμείς.

Η θέσπιση ορίων από την πλευρά τους είναι απαραίτητη, καθώς τα παιδιά τα έχουν απόλυτη ανάγκη και νιώθουν ασφάλεια μέσα σε αυτά, παρόλο που συνεχώς προσπαθούν να τα υπερβούν. Όταν οι γονείς δεν βάζουν όρια, τα παιδιά δεν μπορούν να αυτορρυθμιστούν. Νιώθουν συνεχώς μια αναστάτωση και μία σύγχυση, οδηγώντας τα σε μια ανεξέλεγκτη και χαοτική συμπεριφορά, που δεν τους επιτρέπει να σταθούν μέσα στο κοινωνικό περιβάλλον.

Δεν είπα ότι δεν πρέπει να επισημαίνουν τα αρνητικά στα παιδιά τους. Υπάρχει όμως ένας έξυπνος τρόπος για να γίνει αυτό. Αρχικά, θα πρέπει πάντα να αναφέρεται κάτι θετικό και μετά το αρνητικό, με λεπτό τρόπο. Για παράδειγμα, μπορεί κανείς να πει: «Είσαι τόσο συνεπής στις κοινωνικές σου υποχρεώσεις, αλλά θα ήταν καλό να είσαι πιο συνεπής και με τα μαθήματά σου».

Ξέρουμε ότι η σωματική βία είναι κάτι που δεν έχει καμία θέση σε μια οικογένεια. Υπάρχει όμως και η λεκτική βία. Πόσο σοβαρές συνέπειες μπορεί να φέρει ένας αρνητικός χαρακτηρισμός του παιδιού από τον γονιό, όταν εκείνο τον έχει κάνει έξαλλο;

Όπως η ίδια εξηγεί, καθοριστική είναι η ηλικία 2,5-4 ετών, η λεγόμενη «πρώτη εφηβεία». Σε αυτήν την ηλικία τα παιδιά είναι πολύ απαιτητικά και πρέπει να μάθουν οι γονείς να τα χειρίζονται. Εάν δεν το καταφέρουν, τα παιδιά μαθαίνουν να διαχειρίζονται την κατάσταση με πείσμα, φωνές και κλάματα, να δημιουργείται ένας πανικός μέσα στο σπίτι και να ικανοποιούνται από αυτό το μοτίβο, ακόμη και αν τελικά δεν γίνει το… χατίρι τους.

Οι απειλές του τύπου «αν δεν κάνεις αυτό που σου λέω δεν θα βγεις έξω», ως παγιωμένη μέθοδος διαπαιδαγώγησης, δεν έχουν κανένα νόημα, καθώς έτσι δεν υπάρχει ουσιαστικό αποτέλεσμα. Τα παιδιά υπακούουν για να κερδίσουν αυτό που τους «έταξαν» οι γονείς τους ή να αποφύγουν αυτό για το οποίο τα απείλησαν, χωρίς να κατανοούν τους πραγματικούς λόγους για τους οποίους πρέπει ή δεν πρέπει να το κάνουν.

Οι ειδικοί έχουν καταστήσει σαφές ότι η βία δεν έχει καμία θέση στην διαπαιδαγώγηση των παιδιών και μόνο αρνητικά αποτελέσματα μπορεί να φέρει. Είναι τεκμηριωμένο πλέον ότι το ξύλο δεν βγήκε από τον παράδεισο και ότι ένα παιδί που δέχεται βία προκειμένου να πειθαρχήσει, θα καταφεύγει στην ίδια μέθοδο κάθε φορά που κάτι το θυμώνει και δεν μπορεί να το διαχειριστεί εύκολα.

Πολλά από τα παιδιά στο φάσμα του αυτισμού είναι λιγομίλητα, ενώ πολλά από τα παιδιά χαμηλής λειτουργικότητας δυσκολεύονται να ακολουθήσουν λεκτικές οδηγίες και να αποκωδικοποιήσουν επιτυχώς μη λεκτικά μηνύματα, όπως η γλώσσα του σώματος. Η μουσική λειτουργεί ως ένα μέσο έκφρασης που δεν απαιτεί λόγια. Μέσω αυτοσχεδιασμών στο πιάνο ή στα ντραμς για παράδειγμα, το παιδί μπορεί να εκφράσει θυμό, λύπη, χαρά, ενθουσιασμό, κ.α.

Επίσης, η μουσική προωθεί την επικοινωνιακή συμπεριφορά και τις διαπροσωπικές σχέσεις. Η χρήση ενός μουσικού οργάνου κατά τη διάρκεια της θεραπείας, δίνει στα παιδιά την ευκαιρία να αναπτύξουν πρώτα μία μορφή σχέσης με το ίδιο το αντικείμενο και στη συνέχεια να επικοινωνήσουν και με τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας, μέσω της μουσικής.

Ο αυτισμός ορίζεται ως μία διαταραχή της οποίας τα συμπτώματα διαφέρουν ανάλογα με τη μορφή της. Επηρεάζει τις κοινωνικές, γλωσσικές και γνωστικές δεξιότητες του παιδιού , ενώ ένα από τα κυριότερα χαρακτηριστικά των ατόμων με αυτισμό είναι η δυσκολία στη θεμελίωση κοινωνικών σχέσεων και στην εκδήλωση των συναισθημάτων τους.


Δημοσίευση: 14/11/2019


. .