Τα Αίτια Και Είδη Διαταραχών Ύπνου Στους Εφήβους - Τα 15 πράγματα που πρέπει να γνωρίζετε

Η σχολική άρνηση είναι μια κατάσταση που διαγιγνώσκεται τόσο κατά την παιδική, όσο και αργότερα κατά την εφηβική ηλικία και αφορά στην ακούσια μη παρακολούθηση του σχολείου, συνοδευόμενη από συναισθήματα άγχους κατά τον αποχωρισμό από τους γονείς ή από το σπίτι (Καραγιάννης, 1994). Ενώ φαινομενικά μπορεί να εμφανίζεται ως πείσμα ή αντίδραση στους κανόνες του σχολείου, κυρίως στην εφηβεία, συνήθως κρύβει βαθύτερα ψυχικά ελλείμματα.

Ο Νίκος, 14 ετών, τους τελευταίους 3 μήνες αρνείται να πάει σχολείο. Εκφράζει δυσφορία και επιθυμία να διακόψει τη σχολική φοίτηση. Τα αρνητικά του συναισθήματα εντείνονται με το πέρασμα του χρόνου. Ο γονείς εκφράζουν έντονη ανησυχία για τη συμπεριφορά του γιου τους και οι χειρισμοί τους αρκετά συχνά καταλήγουν σε διαπληκτισμούς.

Τα υπναγωγικά ξαφνιάσματα ή νυχτερινός μυόκλονος είναι τα συνηθισμένα τινάγματα που λίγο ή πολύ, αραιά ή συχνά παρουσιάζουν όλοι οι άνθρωποι στην αρχή του ύπνου και αφορούν ένα μέλος του σώματος ή ολόκληρο το σώμα. Είναι αβλαβή, δεν χρειάζονται καμία θεραπεία και μπορεί να επιμείνουν σε όλη τη ζωή. Σε νεογέννητα και βρέφη μπορεί να είναι πιο έντονα και προκαλούν ανησυχία στους γονείς.

Η συγχυτική αφύπνιση παρουσιάζεται σε ορισμένα παιδιά όταν τα ξυπνήσουμε από βαθύ ύπνο στο πρώτο μέρος της νύχτας ή αμέσως μετά από αυτό. Τα παιδιά αυτά αμέσως μετά το ξύπνημα βρίσκονται σε κατάσταση σύγχυσης, ενεργούν αυτοματικά και δεν θυμούνται τίποτα μετά. Το φαινόμενο είναι ακίνδυνο και δεν χρειάζεται καμία θεραπεία.

Παραϋπνίες αποκαλούνται όλα εκείνα τα φαινόμενα που συμβαίνουν κατά τη διάρκεια του ύπνου. Οι συχνότερες παραϋπνίες είναι οι εφιάλτες, το παραμιλητό, ο νυχτερινός τρόμος και η υπνοβασία.

Πρόκειται για ανεπιθύμητα φυσικά γεγονότα ή εμπειρίες που συμβαίνουν κατά την είσοδο στον ύπνο, κατά τη διάρκεια του ύπνου ή κατά την αφύπνιση. Θεωρούνται καλοήθη φαινόμενα στα παιδιά και -αν δεν είναι πολύ συχνά και έντονα- δεν επηρεάζουν τη διάρκεια και την ποιότητα του ύπνου(8). Μπορεί να υπάρχουν μεμονωμένα σε ένα παιδί ή να συνυπάρχουν με νευρολογικά ψυχιατρικά ή άλλα προβλήματα. Συχνά υπάρχει παρόμοιο ιστορικό σε κάποιον από τους γονείς.

Οι μελέτες δείχνουν πως οι παρεμβάσεις στη συμπεριφορά επιφέρουν κλινικά σημαντική βελτίωση στο 80% των παιδιών(7). Κανένα παιδί δεν παρουσίασε ανεπιθύμητες ενέργειες από τις θεραπείες αυτές, ενώ υπάρχει και μεγάλο δευτερογενές όφελος με βελτίωση στην ημερήσια συμπεριφορά, την αυτοπεποίθηση και την ψυχική υγεία του παιδιού και των γονέων!

Διακρίνονταιι 2 τύποι(6) που συχνά συνυπάρχουν στο ίδιο παιδί. Στον πρώτο τύπο συμπεριφοράς το παιδί αντιστέκεται ενεργά λεκτικά ή αλλιώς στο να πάει για ύπνο ή προσπαθεί να το αναβάλλει π.χ λέει πως φοβάται, φεύγει από το κρεβάτι και πάει να βρεί τους γονεις. Αν καθυστερήσει αρκετά αυτό έχει σαν αποτέλεσμα ανεπαρκή ύπνο.

Από τον δεύτερο χρόνο, η σημασία της αϋπνίας αλλάζει καθώς παρεμβαίνει το άγχος του αποχωρισμού: το «να πάει να κοιμηθεί» σημαίνει για το παιδί να μείνει μόνο του, να αποχωριστεί τη μητέρα του και να μείνει στο σκοτάδι με μόνη συντροφιά τις φαντασιώσεις του. Έτσι, για να αφεθεί στον ύπνο έχει ανάγκη να περιτριγυρίζεται από αγαπημένα αντικείμενα (κουκλάκια, ζωάκια), να βυζαίνει το δάχτυλό του, να επαναλαμβάνει τις ίδιες κινήσεις και τελετουργίες που το απαλλάσσουν από το άγχος.

Η αϋπνία του βρέφους μπορεί να οφείλεται σε ιδιοσυγκρασιακούς παράγοντες ή οργανικά αίτια π.χ. βρέφη που γεννήθηκαν πρόωρα παρουσιάζουν συχνότερα διαταραχές ύπνου. Άλλοτε όμως αντανακλά τη δυσκολία της σχέσης με τη μητέρα. Αϋπνίες παρατηρούνται σε περιόδους επιστροφής της μητέρας στην εργασία ή σε κάποιο άλλο αποχωρισμό. Μπορεί επίσης να προέρχονται από υπερφόρτωση ερεθισμάτων που εμποδίζουν το βρέφος να χαλαρώσει και να κοιμηθεί.

Έχει αποδειχθεί ότι ορισμένες από τις διαταραχές είναι πράγματι μεταβατικά φαινόμενα, αντιδραστικά προς το περιβάλλον ή συνδεόμενα με συναισθηματικές ή αναπτυξιακές φάσεις του παιδιού. Η πρόγνωση σ’ αυτή την περίπτωση είναι καλή και συνήθως αρκεί η τροποποίηση ορισμένων περιβαντολογικών συνθηκών για να μειωθούν οι επιπτώσεις στη ζωή του παιδιού και της οικογένειας.

Οι συνήθεις αϋπνίες της σχολικής ηλικίας αντιμετωπίζονται με συμβουλευτική γονέων με σκοπό τη βελτίωση της υγιεινής του ύπνου. Το τακτικό πρόγραμμα ωραρίων ύπνου – έγερσης, ο περιορισμός του παιδιού να κοιμάται μόνο στο κρεβάτι του, η προσοχή στις αλλαγές του περιβάλλοντος (μείωση των θορύβων, σταθερή θερμοκρασία), η αποφυγή διεγερτικών ουσιών (σοκολάτα, κόκα-κόλα), βοηθούν στην αποκατάσταση των διαταραχών ύπνου .

Έχει αποδειχθεί ότι ορισμένες από τις διαταραχές είναι πράγματι μεταβατικά φαινόμενα, αντιδραστικά προς το περιβάλλον ή συνδεόμενα με συναισθηματικές ή αναπτυξιακές φάσεις του παιδιού. Η πρόγνωση σ’ αυτή την περίπτωση είναι καλή και συνήθως αρκεί η τροποποίηση ορισμένων περιβαντολογικών συνθηκών για να μειωθούν οι επιπτώσεις στη ζωή του παιδιού και της οικογένειας.

Οι διαταραχές ύπνου στην παιδική ηλικία έχουν λιγότερο μελετηθεί απ’ ότι εκείνες των ενηλίκων. Τα τελευταία χρόνια γίνεται μια προσπάθεια καταγραφής και ταξινόμησης.

Η εφηβεία είναι μία κρίσιμη περίοδος στη ζωή του ανθρώπου. Επομένως, ο καλός ύπνος είναι πιο σημαντικός από ποτέ. Ωστόσο, ο έφηβος μπορεί να αποκτήσει θέματα ύπνου που προκαλούν ανησυχία. Τα πιο κλασικά μοτίβα που δημιουργούν ανησυχία είναι όταν κοιμάται λιγότερο από 5-6 ώρες ή όταν ξαπλώνει και ασχολείται με το κινητό ή τον υπολογιστή του χωρίς να κοιμάται. Η υπερβολική καφεΐνη μπορεί να οδηγήσει στην υπερδιέγερση και την αϋπνία.


Δημοσίευση: 22/11/2019


. .